Μαραμπού, τα τελευταία ταξίδια, το μνημόσυνο

Επειδή ο Νίκος Καββαδίας είναι ακόμα στο νου και την καρδιά πολλών, ρωτούν μερικοί φίλοι, για τις επισκέψεις του στην Κρήτη, εκείνην τη σημαδιακή χρονιά του 1974. Ήταν η τελευταία άνοιξη της Δικτακτορίας, που έτριζαν τα θεμέλια της, το άθλιο οικοδόμημα που έκτιζαν οι οπερετικοί, κωμικοτραγικοί , πρωταγωνιστές της εφτά χρόνια κατέρρεε, μέσα στη γενική χλεύη, υπήρχε διάχυτη όμως ανησυχία,κανείς δεν ήξερε τι θα γίνει.

Ο Νίκος Καββαδίας, εκείνη την εποχή

Στα διαλείμματα του Σαββάτου, ο Μαραμπού μας πρόσφερε γενικές πληροφορίες, ψύχραιμες εκτιμήσεις και κυρίως, καλλιτεχνική , λογοτεχνική ενημέρωση, απαραίτητη πιο πολύ από σήμερα – η ελευθεροτυπία δεν είχε ακόμα επιτραπεί. Στις πρώτες επισκέψεις, Απρίλιος, είχε ζητήσει να πάμε στο Σκαλάνι, ένα πολύ κοντινό χωριό του Ηρακλείου. Αναζητούσε τους συγγενείς ενός καλού του φίλου, συναδέλφου του ναυτικού του Μεθυμάκη, που όταν τα πίνανε στα λιμάνια και ξεπερνούσαν το μέτρο, τον αποκαλούσε , χαϊδευτικά “Μεθυσμενάκη”.

Σπύρος Ζ., περνώντας από την Κνωσό

Ο Κώστας Ασλάνης, με το σπορ “Κάπρι” του, μας οδήγησε στριμωγμένους (είχαν προστεθεί : οι Μ. Μιγάδης, Κ.Μπαλαμούτσος, ο Γ. Ξυλούρης) στην πρώτη στάση ,την Κνωσό, όπου θαυμάσαμε την διθυραμβική ομορφιά του πανάρχαιου τόπου, στην κοιλάδα έλαμπαν τα ανάκτορα του Μίνωα, στην μεγάλη η αυλή και τα δώματα των ιερών τελετών, ανέμιζαν λες ακόμα οι βόστρυχοι των ιππέων και των ακροβατών, ενώ ο επίφοβος ταύρος προκαλούσε ρίγος. Πέρασμα από την Αγία Ειρήνη, το άλσος με τα πεύκα και το τρεχούμενο νερό και μετά στα Σπήλια που τα σκέπαζαν στρογγυλοί λόφοι, κορυφογραμμές με τις καμήλες από τον καιρό των Οθωμανών.


Ο επίφοβος ταύρος προκαλούσε ρίγος»πίνακας
του Δ ΤΖΑΝΗ από την έκθεση στον Άγιο Μάρκο

Τελική κατάληξη μέσα από καταπράσινα αμπέλια και ασημένιες ελιές, στην πλατεία του χωριού. Το Σκαλάνι είχε ένα δυο τρία καφενεία, όλα όλα στο κέντρο του, ένα πλάτωμα, που θα ταν υπερβολικό να ονομάσουμε πλατεία.. Διαλέξαμε ένα απ όλα, ήταν εποχή για ρακί και λαχανικά και φρούτα. Όταν η παρέα απόλαυσε το πρώτα ποτά, και τους μεζέδες της εποχής που μας πρόσφερε, μια εξαιρετικά ευγενική κυρία, την ρώτησε ο Μαραμπού : “αναζητώ έναν φίλο μου που ήταν από δω , ναυτικός που περάσαμε καιρό μαζί, Μεθυμάκη τον λένε …”

Κ.Ασλάνης, πάντα φιλόξενος

Η γυναίκα έμεινε άφωνη για λίγο, μετά πλησίασε πιο κοντά και είπε στον ποιητή : “Ήταν αδελφός μου, τον χάσαμε πριν χρόνια” τα δάκρυα που είχαν αρχίσει να τρέχουν από τα μάτια της κατέληξαν σε λυγμούς, όταν αγκάλιασε τον Καββαδία. Η συγκίνηση γενικεύθηκε, μίλησαν για τον πρόωρα χαμένο φίλο, η συντροφιά είχε χάσει πια τον εύθυμο προσανατολισμό της κι ο Καββαδίας το κέφι του. Φύγαμε πιο γρήγορα, η κυρία του μαγαζιού, έφερε ένα μπουκάλι ρακί και σταφίδες σε πάνινο σακουλάκι και τα έδωσε στο Μαραμπού. Ο αποχαιρετισμός είχε αγκαλιές και φιλιά και δάκρυα.
Η επιστροφή χωρίς το συνηθισμένο μετά από ρακοποσίες κέφι – είχε μείνει μια στυφή γεύση, κατακάθι απροσδόκητης λύπης, είχε πραγματοποιηθεί ένα άτυπο συγκινητικό μνημόσυνο, στον πρόωρα χαμένο σύντροφο του Μαραμπού.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s